Ο όρος περιγράφει κάθε κατάσταση ή παθολογικό τραυματισμό των οπτικών νεύρων ή διαταραχές της αιμάτωσης τους. Συνήθως, μόνον ο ένας οφθαλμός επηρεάζεται. Έχουν περιγραφεί διάφορες μορφές, περιλαμβανομένης της ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας, η οποία παρατεινόμενη οδηγεί στην τύφλωση του επηρεασμένου ματιού, την οπτική νευρίτιδα εξαιτίας οξείας απομυέλωσης των οπτικών νευρικών ινών, τη διηθητική οπτική νευροπάθεια, στην οποία το νεύρο συμπιέζεται από έναν όγκο ή ένα ανεύρυσμα και την οπτική νευροπάθεια εξαιτίας τοξικών διατροφικών παραγόντων .
Μπορεί να οφείλεται σε :
- κάποια φλεγμονή
- γλαύκωμα
- σακχαρώδη διαβήτη
- αυξημένη πίεση στο κρανίο
- αγγειοπάθειες
- άμεσο τραυματισμό στο κρανίο
- αυξημένη αρτηριακή πίεση, σε έλλειψη βιταμίνης Β12,
- τοξικότητα των φαρμάκων, του αλκοόλ, του καπνού
- όγκους στον εγκέφαλο ή στις μήνιγγες

Η ισχαιμική οπτική νευροπάθεια ξεκινάει με αιφνίδια μείωση της όρασης σε διάστημα δευτερολέπτων ή και λεπτών. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο διαφοροποίησής της από την οπτική νευρίτιδα, στην οποία η ελάττωση της όρασης επέρχεται συνήθως πιο σταδιακά. Η μείωση της όρασης μπορεί να είναι από μικρή έως και αρκετά μεγάλη. Διαταράσσεται, επιπλέον, η αντίληψη των χρωμάτων καιτα αντανακλαστικά της κόρης . Συνήθως δεν υπάρχει πόνος ή αυτός είναι ήπιος. Επίσης, σαν πρόδρομα συμπτώματα μέρες ή και εβδομάδες πριν από μια ισχαιμική βλάβη του οπτικού νεύρου, μπορεί να υπάρχουν ένα ή πολλαπλά επεισόδια απώλειας της όρασης διάρκειας 1-2 λεπτών, τα οποία καλούνται παροδική αμαύρωση.
Η Οπτική νευρίτιδα είναι η φλεγμονή του οπτικού μας νεύρου. Προσβάλλει το ‘περίβλημα’ μυελίνης του οπτικού νεύρου και είναι δυνατόν να οδηγεί στην σχετικά γρήγορη απώλεια της όρασης, που θορυβεί ιδιαίτερα τον ασθενή. Παρουσιάζεται κυρίως σε νέες ηλικίες, με το μέσο όρο να αφορά σε ασθενείς από 18- 45 ετών. Προσβάλλει και τα δύο φύλα, δείχνοντας όμως μία ‘προτίμηση’ στο γυναικείο σε μία αναλογία 1:3. Η κλινική εικόνα της οπτικής νευρίτιδας είναι μάλλον θορυβώδης. Ο ασθενής διαπιστώνει μια διαρκώς επιδεινούμενη πτώση της οπτικής του οξύτητας για περίπου 7-10 ημέρες, η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από πόνο κατά τις οφθαλμικές κινήσεις. Η αντίληψη των χρωμάτων επίσης επηρεάζεται το ίδιο διάστημα, με αποτέλεσμα ο ασθενής να παρατηρεί ένα ‘ξεθώριασμα’ των χρωμάτων που φαίνονται λιγότερα έντονα. Η προσβολή στο 90% των περιπτώσεων αφορά στο ένα μάτι και σπανιότατα, π.χ. ιώσεις (σε πιο νεαρά άτομα) στα δύο.
Η κλινική εξέταση πρέπει να γίνει το δυνατόν συντομότερο Η διάγνωση της είναι κλινική από τον έμπειρο οφθαλμίατρο ενώ η διερεύνηση και η πιθανή της σχέση με σκλήρυνση κατά πλάκας προϋποθέτει συνεργασία με νευρολόγο και απεικονιστικό έλεγχο με μαγνητική τομογραφία.
Διηθητική οπτική νευροπάθεια: Η λευχαιμική διήθηση του δίσκου του οπτικού νεύρου μπορεί να προκαλέσει οίδημα θηλής και απώλεια όρασης. Το λέμφωμα, το πλασμοκύττωμα και το πολλαπλό μυέλωμα μπορούν επίσης να διηθήσουν το οπτικό νεύρο. Η διήθηση του οπτικού νεύρου από μεταστατικό καρκίνωμα μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα από την όραση που είναι δυνατόν να προηγούνται των συμπτωμάτων από τον πρωτοπαθή όγκο. Διήθηση της κεφαλής του οπτικού νεύρου μπορεί να οφείλεται σε φλεγμονώδη και λοιμώδη αίτια . Οπισθοβολβική διήθηση μπορεί να συμβεί σε πάθηση του λεμφικού συστήματος ή σε μηνιγγική καρκινωμάτωση. Η τελευταία κατάσταση οφείλεται σε μετάσταση στις μήνιγγες καρκίνου κυρίως του μαστού και των πνευμόνων.
Η οπτική νευροπάθεια είναι συχνή αιτία διαταραχής της όρασης στην καθημερινή κλινική πράξη. Το ιστορικό και η κλινική εικόνα παρέχουν σημαντικές πληροφορίες που περιορίζουν σημαντικά τη διαφορική διάγνωση και κατευθύνουν την επιλογή των διαγνωστικών εργαλείων, ώστε να επιτευχθεί ακριβής διάγνωση. Η διάγνωση της οπτικής νευροπάθειας γίνεται μέσα από μία πλήρη οφθαλμολογική εξέταση και βυθοσκόπηση. Αν κριθεί απαραίτητο, ο γιατρός θα προτείνει επιπλέον εργαστηριακό ή/και απεικονιστικό έλεγχο.









