Ο καταρράκτης είναι μια από τις πιο συχνές παθήσεις του ματιού που επηρεάζει τον φακό και τον καθιστά λιγότερο διαυγή. Εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της γήρανσης ή μετά από κάποιο τραυματισμό. Η εξέλιξη του καταρράκτη στα ηλικιωμένα άτομα είναι συνήθως αργή, ωστόσο, όταν ο καταρράκτης συμβαίνει λόγω τραυματισμού, εξελίσσεται πολύ γρήγορα. Με βάση τις στατιστικές, τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τείνουν να έχουν τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αυτής της οφθαλμικής πάθησης.
Τα συνήθη συμπτώματα του καταρράκτη είναι η δυσκολία ανάγνωσης και η ενόχληση από τα φώτα των αυτοκινήτων τις νυχτερινές ώρες. Ο οφθαλμίατρος είναι εκείνος που θα διαγνώσει εάν ένα άτομο έχει καταρράκτη και θα παραπέμψει στην κατάλληλη χειρουργική επέμβαση.
Η χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται προκειμένου να απαλλαγεί κανείς από τη συγκεκριμένη πάθηση. Αρχικώς υπήρχαν δύο τρόποι στη χειρουργική επέμβαση καταρράκτη- η ενδοπεριφακική αφαίρεση(αφαίρεση του φακού και της κάψουλας του φακού σε ένα κομμάτι) και η εξωπεριφακική αφαίρεση (μια διαδικασία κατά την οποία αφαιρείται ο φακός αφού πρώτα αφαιρεθεί το πρόσθιο τμήμα της κάψουλάς του). Πιο σύγχρονες μέθοδοι αφαίρεσης του καταρράκτου εφαρμόζονται εδώ και αρκετά χρόνια μέσω μικρών τομών, με την εφαρμογή υπερήχων, laser σε κάποια στάδια της επέμβασης, χρήσης εξελιγμένων αναδιπλούμενων ενδοφακών, κλπ και στην συντριπτική τους πλειοψηφία διενεργούνται υπό τοπική αναισθησία με εξαιρετικά αποτελέσματα.
Στη συνέχεια η όραση βελτιώνεται, όπου απαιτείται, κατά κανόνα με διορθωτικά γυαλιά.
Η χειρουργική επέμβαση του καταρράκτη συνήθως προγραμματίζεται. Ως εκ τούτου, ο ασθενής θεωρείται εξωτερικός ασθενής και συνήθως παίρνει εξιτήριο αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση. Προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν επιπλοκές, πρέπει να ακολουθούνται σωστά οι διαδικασίες της μετεγχειρητικής φροντίδας και της φαρμακευτικής αγωγής σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.









